Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Ζελιαναίος, Γιάννης



Ο Γιάννης Ζελιαναίος, γεννήθηκε το Γενάρη του 1978. Μόλις τελείωσε το άχαρο σχολείο, σπούδασε τη τέχνη της φωτογραφίας και ύστερα δημιούργησε φωτογραφικές ομάδες, διοργανώνοντας εκθέσεις και μικρά φεστιβάλ σε μπαρ, μουσικά καφενεία και κάθε λογής χώρους που άντεχαν τις εικόνες και τα τραγούδια που έπαιζε σα δισκοθέτης. Έχει κάνει φωτογραφήσεις εξώφυλλων δίσκων ελληνικών γκρουπ, (Διάφανα Κρίνα, Νέβμα), και αμέτρητες φωτογραφήσεις συναυλιών. Γράφει μουσικοκριτικές και άρθρα σε εναλλακτικούς οδηγούς στο internet (sonicplay-ground.gr). Σήμερα εργάζεται σε δισκοπωλείο.
                                                                ΑΚΛΗΡΟΣ ΠΟΝΟΣ
  
 
Έγραφα.
Έπινα.
Ξεκληριζόμουν από μια γενιά.
Και το στασίδι μου τα πόδια της.
Και οι αντοχές μου σε άλλη εποχή.
Και ο καρπός από τα στήθη της,
σφραγισμένος στη κοιλιά μου.
Και τα μάτια μου μαύρα.
Κι ένας φίλος να μου κρατά το χέρι.
Έγραφα.
Έπινα.
Ξορκιζόμουν σε γόνιμα πεζοδρόμια.
Ειρκτή που μ’ επωάζει και ύστερα με διώχνει.
Χείλη που τσακώνονται με τη βραχνάδα του πρωινού.
Και μια φυγή.
Και τα φιλιά που δε λένε να μοχθήσουν για τίποτα.
Άκληρος πόνος.
Και πάντα κατάφορος.
Και για να ωριμάσεις,
πρέπει να είσαι ικανός,
για πολλά ξημερώματα,
στο ικρίωμα της ζητιανιάς μας.
 
Γιάννης Ζελιαναίος
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ Η ΙΔΙΑ

Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει. Ο ήλιος θα είναι ψηλά, το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο, ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια και τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Ένα σπίτι δε θα είναι ποτέ η χώρα μας, μια πόλη ποτέ η μάνα μας. Θα μοιράζουμε τα πάντα και πάντα θα κλέβουμε, θα υποσχόμαστε να γίνουμε καλύτεροι και θ’ αποστρέφουμε το κεφάλι. Θα ξενυχτάμε τα βράδια πίσω από μια πλάτη που θα μας ταΐζει όνειρα τα ξημερώματα. Θ’ ακούμε Tom Waits κάθε στιγμή που θα βρέχει και θα υποσχόμαστε την άλλη μέρα το πρωί πως θα κόψουμε το πιοτό. Θα λέμε πως θα γίνουμε καλύτεροι και πως θ’ αλλάξουμε για χάρη της. Θα φεύγουμε από κάθε δουλειά που μας σιχαίνεται και θα διαλέγουμε ένα ακατανόητο ταξίδι. Δε θα βάζουμε ποτέ τη ζωή μας σε τάξη και θα προδίδουμε το σκυλί που μας ακολουθεί μέχρι την εξώπορτα. Κάθε καλοκαίρι θα πληρώνουμε κάποιον για λίγη ελευθερία και κάθε χειμώνα θα μας παίρνει πίσω οτιδήποτε μας είχε χαρίσει απλόχερα. Θα διώχνουμε τα φαντάσματα μα εκείνα θα μας υπενθυμίζουν το ναυάγιο της ενηλικίωσης και τους καθοριστικούς έρωτες. Θα κλαίμε και θα γελάμε. Θα γελάμε με αυτά που κλαίμε και θα κλαίμε με αυτά που γελάμε. Οι συγγενείς μας θα είναι δυο στοίβες ρούχα και οι δρόμοι θα ξαποστέλνουν τους υπάλληλους της ψευτιάς. Θα χορεύουμε στα μέρη που μας ανέχονται και με ανθρώπους που μας αγαπούν μόνο για να θυμόμαστε τι πάει να πει φιλία. Θα μοιραζόμαστε μια βραδιά σ’ ένα καπηλειό όλα τα μυστικά μας με κάποιον άγνωστο και ύστερα δε θα τον ξαναβλέπουμε ποτέ. Θα ζηλεύουμε και θ’ αγαπούμε τα κατορθώματα του διπλανού μας, μα θα τον αγκαλιάζουμε με περίσσια στοργή και θαυμασμό. Δε θα φοβόμαστε τη μοναξιά και θα τρώμε παγωτό όταν όλα είναι εναντίον μας. Θα σου ανακατεύω το καφέ και θα με βρίζεις γιατί κοίταξα εκείνο το κορίτσι το προηγούμενο βράδυ, θα σ’ αγαπώ περισσότερο, θα μ’ αγαπάς λιγότερο και θα σου αγοράζω κρουασάν για να μ’ αγαπήσεις περισσότερο. Θα μας διώχνουν και θα γυρνάμε, θα γυρνάμε και θα μας ξαναδιώχνουν. Θα στεκόμαστε έξω από ένα παράθυρο και θα βρέχει κι εκείνη θα κάνει έρωτα με κάποιον άλλο και θα περιμένουμε το θεό να μας συμπονέσει και δε θα είναι εκεί, γιατί ποτέ δεν είναι εκεί. Θα λαμπυρίζουν τα μάτια μας και θα γράφουμε κάτι όμορφο χαρίζοντάς το στην ομορφιά. Θα πεθαίνουν άνθρωποι δικοί μας κι εμείς δε θα ήμαστε εκεί. Θα πεθαίνουμε εμείς και θα παρακαλάμε να ήταν κάποιος εκεί. Θα χιονίζει και θα σου κρατώ το χέρι κάτω απ’ τα σκεπάσματα, θα βρέχει και θα σκέφτεσαι τον πρώην σου. Θα φεύγουμε από τα δύσκολα και θα επιστρέφουμε όταν θα είναι πιο δύσκολα ακόμη. Θ’ αρνιόμαστε να πούμε τέλος, πόσο μάλλον να το πιστέψουμε. Θα ερωτευόμαστε μόνο για μια βραδιά και θ’ αγαπούμε για όλες τις βραδιές. Θα είναι πάντα δύσκολο, θα είναι πάντα εύκολο και θα ήμαστε πάντα εκεί. Θα τρέχουμε να προλάβουμε το κορίτσι στη γωνιά κι εκείνο θα μας κοροϊδεύει. Θα γιορτάζω τη πιο όμορφη μέρα της ζωής μου κι εσύ θα σηκώνεσαι να φεύγεις. Θα σου ζητάω να πιω και θα μου λες να πάω στο διάολο. Θα σου λέω πως ήμουν εκεί τη προηγούμενη μέρα και θα μου πετάς έναν αναπτήρα στο στήθος. Θα γελάω και θα με σιχαίνεσαι, θα γελάς κι όλος ο κόσμος θα είναι δικός μου. Θα σου τραγουδώ παράφωνα και θα μου χορεύεις υπέροχα, θα τελειώνει το τραγούδι και θα βάζουμε κάποιο άλλο, πάντα πιο γοητευτικό. Θα μας αποτελειώνουν οι αναμνήσεις σ’ ένα δωμάτιο και θα γιορτάζουμε τη καινούργια αρχή με νέους φίλους. Θα μαγειρεύουμε μακαρόνια τρεις η ώρα το πρωί και θα βάζουμε να δούμε για χιλιοστή φορά την ταινία με τους ερωτευμένους έφηβους. Θα σου διαβάζω ποιήματα και θα αποκοιμιέσαι, θα με θες δίπλα σου κι εγώ θα σου λέω «Άλλο ένα αγάπη μου» και ύστερα θα έρχομαι. Θα είναι Κυριακή και θα σιχαινόμαστε να πάμε τη Δευτέρα για δουλειά. Θα φοβάσαι μην αργήσω, θα σου λέω, «Τους έχω γραμμένους». Θα με ρωτάς γιατί είμαι θλιμμένος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι χαρούμενη. Θα με ρωτάς γιατί είμαι χαρούμενος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι θλιμμένη. Θα φεύγουν άνθρωποι, θα έρχονται καινούργιοι. Θα μοιράζεσαι μαζί τους τα ίδια και άλλα τόσα. Θα ξεχνάς να γράψεις κάποια γράμματα κι ας τα χρωστάς εδώ και μήνες. Δε θα τα γράφεις ποτέ τελικά. Θα προχωράει η ιστορία, θ’ αδυνατείς να τη καταλάβεις, θα τη παρατάς και ύστερα θα τη ξαναπιάνεις, θα τη τελειώνεις και θα γεννούνται μυριάδες ερωτήματα, σε μερικά θα απαντάς, σε άλλα όχι. Θα ‘χεις φτάσει τριάντα χρονών και θα σου αρέσουν για πρώτη φορά τα παραμύθια, θ’ αναρωτιέσαι γιατί, θα τα διαβάζεις με μανία, θα λες πως πρέπει να μην υπήρξες ποτέ παιδί. Θα χαζεύουμε τότε μαζί μια θάλασσα και θα πουλάμε ταξίδια ο ένας στον άλλο. Δε θα ήμαστε εκεί όταν πρέπει να αναχωρήσουμε, γιατί πάντα ήμαστε κάπου αλλού ώστε να φυγαδεύσουμε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα ή και να πάρουμε αγκαλιά κάποιον ώστε να σταματήσει να κρυώνει από τις απώλειες. Θα συνθηκολογούμε για λίγους μήνες και ύστερα θα τα παρατάμε, γιατί πρέπει να τα παρατάμε αλλιώς θα ξοφλήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Θα μας ρωτάνε και δε θα ξέρουμε τι ν’ απαντήσουμε, θα απαντάμε και θα σαστίζουν με τα λόγια μας. Θα φοράμε μαύρα το χειμώνα και κόκκινα με λευκά το καλοκαίρι. Θα δίνουμε ψεύτικα ονόματα στο ξενοδόχο που βήχει τη ζωή του. Θα σφυρίζουμε στον άνεμο με αγριάδα σα να χορεύουν οι φωνές μας. Θα με παίρνεις τηλέφωνο και δε θα είσαι πια τρυφερή. Θα σε παίρνω τηλέφωνο και δε θα το σηκώνεις γιατί δε θα σημαίνω τίποτα πια για σένα. Θα σιχαίνομαι τους φίλους σου, θα σιχαίνεσαι τους δικούς μου. Θα είναι οι μέρες ηλιόλουστες, θα είναι οι μέρες βροχερές και θα περνούν τα χρόνια. Θα μακραίνουν τα μαλλιά μας θα ασχημαίνουν τα κορμιά μας. Θα διαβάσουμε μια νύχτα τα κιτάπια μας και θα αποφασίσουμε να χαθούμε. Θα χαθούμε. Μακριά, για πάντα. Ο ήλιος θα είναι ψηλά και το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο. Ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια, τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Θα είμαστε δυο κόκκοι άμμου στην άκρη του κόσμου. Κι όλα θα τελειώνουν κι όλα θα ξαναρχίζουν. Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.....
 Γιάννης Ζελιαναίος

Κάπως έτσι...τσακίζονται οι σπουδαίοι άντρες


Δεν έχουμε άντερα πια
και σχεδόν μετανιώνουμε πάντα όταν
χτυπάει το ξυπνητήρι
και κατουράμε καθιστοί
για άλλη μια μέρα που
ο ήλιος ξεπροβοδίζει τη χασούρα.
Ανεβάζουμε τα βρακιά μας
φοράμε ασιδέρωτα πουκάμισα
και οι γυναίκες βάζουν κόκκινο κραγιόν μόνο
και μόνο
για να ξεγελάσουν τη βαρεμάρα.
Στριμωχνόμαστε στα στασίδια ενός λεωφορείου
αναπνέουμε τον άτιμο ιδρώτα του διπλανού μας
που ίσως είναι και φονιάς
και νταβατζής
και οικοδόμος
και δικηγόρος
και ιδιοκτήτης παντοπωλείου.
Δεν έχει καμία σημασία όμως καθώς
πατάμε την πυρωμένη άσφαλτο
κι ανάβουμε τσιγάρο
φτύνουμε σ’ έναν κάδο
και ξύνουμε τ’ αχαμνά μας
τρέχοντας για το μεγάλο
κοινότοπο
τίποτα
με κομμένα τ’ αρχίδια μας
πίσω από έναν ξύλινο πάγκο
που στέκεται υπομονετικά
πεθαμένα
χρόνια εκεί
περιμένοντας
την ξεχειλωμένη κοιλιά μας
να διπλαρώσει στον κουρνιαχτό του
για οχτώ ώρες
την μέρα
κάθε μέρα
εβδομάδες θλιβερές
χρόνια
δεκαετίες
αιώνες
μονάχα για να χτυπήσει ένα κουδούνι
και να τρέξουμε
λυσσασμένοι
είλωτες
και τρελαμένοι
στο πρώτο μπαρ της γωνίας.

Κάπως έτσι τσακίζονται
οι σπουδαίοι άντρες 


Ανέκδοτο

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013


ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ 




 

 


Τέρατα  κάθε βράδυ ξεπηδούν
Αιμοβόρα
Με σπαθιά
Με μίσος
Με οργή
Και ορμάνε σ΄  ό,τι κάποτε βαθιά αγάπησαν
Να διαμελίσουν ό,τι κάποτε αγάπησαν
Ρουφάνε αίμα από το πληγωμένο κορμί
Βρίζουν με κάποιες ακατάληπτες λέξεις
Ουρλιάζουν με πολεμικές ιαχές
Κι έπειτα, όταν η οργή κοπάσει
Κάθονται στην πέτρα και κλαίνε
Γιατί στο τέλος αυτοί είναι οι νεκροί


Κύρλας Κώστας

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Γκρέγκορι Κόρσο : Αφιέρωμα και μετάφραση ενός ποιήματος

Ο Γκρέγκορι Κόρσο (1930-2001) ήταν ο τελευταίος της beat γενιάς κι ο πιο αυθεντικός περιθωριακός ποιητής της. Μεγαλωμένος σε διάφορα ορφανοτροφεία, μπαίνει στην ηλικία των 12 σε αναμορφωτήριο και στη συνέχεια οδηγείται στη φυλακή για μικροκλοπές. Στα μέρη που μεγάλωσε δεν υπήρχαν βιβλία. Η αγάπη για τη λογοτεχνία και τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό γεννιέται στη φυλακή όπου ξεκινά να διαβάζει για να “σκοτώνει” την ώρα του.
Το 1950 γνωρίζει τον Άλεν Γκίνσμπεργκ σε ένα μπαρ και τον ίδιο καιρό ακολουθεί μια γυναίκα στο Γκρήνουιτς Βίλατζ. Εκεί ο έρωτας του χάνεται αλλά οι φοιτητές τον “αγκαλιάζουν”, τον φιλοξενούν στις φοιτητικές εστίες και εκδίδουν το πρώτο του βιβλίο.
Έγραψε πολλές ποιητικές συλλογές (Gasoline, Happy Birthday of Death, The Mutation of Spirit), και τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι το Marriage και το Bomb.

Gregory Corso / Μα δεν έχω ανάγκη την ευγένεια


Έχω γνωρίσει τις παράξενες νοσοκόμες της Ευγενείας
τις έχω δει να φιλούν τον άρρωστο,
                          να προσέχουν τον γέρο,
να δίνουν καραμέλες στον τρελό!
Τις έχω προσέξει, σκοτεινές, θλιμμένες να σπρώχνουν
Αναπηρικές καρέκλες πλάι στη θάλασσα, μέσα στη νύχτα!
Έχω γνωρίσει τους χοντρούς Πάπες της Ευγενείας,
τις  μικροκαμωμένες γηραιές, γκριζομάλλες κυρίες,
τον παπά της ενορίας,
τον διάσημο ποιητή,
τη μητέρα
τους έχω γνωρίσει όλους!
Τους έχω προσέξει, σκοτεινούς και θλιμμένους
                                                                      μέσα στη νύχτα,
να κολλούν αφίσες ελέους
            στους πίνακες ανακοινώσεων της απελπισίας.

2

Έχω γνωρίσει την Παντοδύναμη Ευγένεια
                                                                   Αυτοπροσώπως!
Έχω κάτσει πλάι στ’ αγνά λευκά της πόδια,
κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της!
Δεν μιλήσαμε για τίποτα αγροίκο,
όμως μια νύχτα με βασάνισαν εκείνες οι παράξενες
                                                                                νοσοκόμες,
εκείνοι οι χοντροί Πάπες.
Η μικροκαμωμένη γηραιά κυρία πέρασε πάνω απ’ το
                    κεφάλι μου μ’ ένα δρεπανηφόρο άρμα!
Ο παπάς μου έσκισε το στομάχι, έβαλε τα χέρια του
                  μέσα μου
και ούρλιαξε: Που είναι η ψυχή σου; Που είναι
               η ψυχή σου;
Ο διάσημος ποιητής με σήκωσε πάνω
και με πέταξε απ’ το παράθυρο!
Η μητέρα με εγκατέλειψε!
Έτρεξα στην Ευγένεια, μπήκα με φόρα στα δώματά της
Και βλαστίμησα!
Μ’ ένα μαχαίρι ακατανόμαστο, χίλιες πληγές της άνοιξα
και τις μαγάρισα!
Την κουβάλησα μακριά, στους ώμους μου, σαν στοιχειό,
μέσα στη χαλικόστρωτη νύχτα!
Σκυλιά γαύγισαν! Γάτες έφυγαν τρομαγμένες!
              Όλα τα παράθυρα κλειστά!
Την ανέβασα δέκα ορόφους!
Την άφησα στο πάτωμα του μικρού μου δωματίου
και γονατίζοντας πλάι της έκλαψα, έκλαψα.

3

Μα τι είναι Ευγένεια; Τη σκότωσα
μα τι είναι;
Είσαι ευγενής επειδή ζεις μια ζωή ευγενή.
Ο Αγ. Φραγκίσκος ήταν ευγενής.
Ο σπιτονοικοκύρης είναι ευγενής.
Ένας τενεκές είναι ευγενής.
Μπορούμε να πούμε πως οι άνθρωποι που κάθονται
                   στα πάρκα είναι ευγενέστεροι;


Γκρέκορυ Κόρσο
Βενζίνη