Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
Ο Σιμόν Χοσέ Αντόνιο δε λα Σαντίσιμα Τρινιδάδ Μπολίβαρ υ Παλάσιος (Simón José Antonio de la Santísima Trinidad Bolívar y Palacios, γενν. 24 Ιουλίου 1783 στο Καράκας, Βενεζουέλα, θαν. 17 Δεκεμβρίου 1830 στη Σάντα Μάρτα, Κολομβία) ήταν ηγέτης διαφόρων κινημάτων ανεξαρτησίας σε όλη τη Νότια Αμερική, συλλογικά γνωστά ως Πόλεμος του Μπολίβαρ.
Ως ηγέτης στον αγώνα για ανεξαρτησία για τις περιοχές που σήμρα αποτελούν τη Βενεζουέλα, την Κολομβία, το Εκουαδόρ, το Περού, τον Παναμά και τη Βολιβία, θεωρείται σημαντικός ήρωας σε αυτές τις χώρες, καθώς και στην υπόλοιπη ισπανόφωνη Αμερική.
Το 1802 παντρεύτηκε την Μαρία Τερέσα Ροδρίγκες ντελ Τόρο υ Αλάισα. Όταν η σύζυγός του πέθανε από κίτρινο πυρετό λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, ο Μπολίβαρ δεν παντρεύτηκε ποτέ ξανά.
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
Ἀγωνίες
Ἂν χτυπήσουν τὴν πόρτα, μὴν ἀνοίξεις.
Ὅσο καὶ νὰ χτυποῦν.
Πρέπει νὰ πιστέψουν πὼς τὸ σπίτι
εἶναι ἀδειανό.
Δὲν θὰ τὴ σπάσουν. Μὴ φοβᾶσαι.
Ἂν τὴ σπάσουν,
θὰ ξέρουμε πὼς μᾶς πρόδωσαν.
Οὔτε κ᾿ ἐγὼ τὸ πιστεύω.
Ναί, θὰ πυροβολήσω ἂν μποῦνε.
Ἐσὺ δοκίμασε νὰ φύγεις.
θὰ μπορέσεις.
Γιὰ μᾶς θἆναι. Τόση ὥρα
τριγυρίζουν τὸ σπίτι.
Κύταξε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο παραθύρι.
Μὰ πρόσεχε.
Ναί, βλέπω. Χτυπᾶνε ἀπέναντι.
Μίλα σιγότερα.
Ἀκοῦς; Φασαρία; Τί νὰ γίνεται;
Κάποιον πιάσανε. Εἶναι γέρος.
Τὸν χτυπᾶνε τὰ σκυλιά.
Ἄτιμοι.
Πόσους θὰ πιάσετε; θὰ μείνουν
ὅσοι χρειάζονται καὶ περσότεροι.
θὰ μείνουν καὶ δὲν θὰ σταυρώσουν
τὰ χέρια.
Αλέκος Παναγούλης
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010
Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις.
Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν.
Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό.
Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα.
Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν.
Αλλά εμείς ξέρουμε:
Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος.
Δεν είναι παραφροσύνη, μα
Το τέλος της παραφροσύνης.
Δεν είναι χάος
Μα η τάξη.
Είναι το απλό
Που είναι δύσκολο να γίνει.
(Μπρεχτ)
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
μερα με τη μερα,ολα οδηγουνε σε εκεινη τη στιγμη που θα μετρηθουμε να δουμε ποσοι ειμαστε κ θα βρεθουμε πολλοι παραπανω απο οσοι νομιζαμε
μερα με τη μερα θα μετρηθουμε με το φοβο μας,τη δειλια κ τη μοιρολατρεια, κ θα ανακαλυψουμε οτι ειμαστε δυνατοτεροι,
μερα με τη μερα,ωριμαζουν οι συνθηκες ωστε το Πριν,το Τωρα,κ το Μετα να γινουν ενα,να γινουν μια στιγμη
μερα με τη μερα,πλησιαζουμε αυτη τη στιγμη,
οπου η λαβα θα ξεχυθει και θα παρασυρει ολα τα ψεμματα που ακουσαμε,ολα τα προσωπα που μας εξαπατησανε,ολα τα δακρυγονα που φαγαμε,ολη την αλητεια που τωρα επικρατει,
μερα με τη μερα,
ωσπου καποτε η μερα αυτη θα ερθει.
Η μερα που θα τους γαμησουμε...
Αναδημοσίευση από celin -
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010
Pablo Neruda - Muere lentamente
Muere lentamente quien se transforma en esclavo del hábito,
repitiendo todos los días los mismos trayectos,
quien no cambia de marca,
no arriesga vestir un color nuevo
y no le habla a quien no conoce.
Muere lentamente quien evita una pasión,
quien prefiere el negro sobre blanco
y los puntos sobre las "íes" a un remolino de emociones,
justamente las que rescatan
el brillo de los ojos,
sonrisas de los bostezos,
corazones a los tropiezos y sentimientos.
Muere lentamente quien no voltea la mesa
cuando está infeliz en el trabajo,
quien no arriesga lo cierto por lo incierto
para ir detrás de un sueño,
quien no se permite por lo menos una vez en la vida,
huir de los consejos sensatos.
Muere lentamente quien no viaja,
quien no lee,
quien no oye música,
quien no encuentra gracia en sí mismo.
Muere lentamente quien destruye su amor propio,
quien no se deja ayudar.
Muere lentamente, quien pasa los días quejándose
de su mala suerte o de la lluvia incesante.
Muere lentamente, quien abandona un proyecto antes
de iniciarlo, no preguntando de un asunto que desconoce
o no respondiendo cuando le indagan sobre algo que sabe.
Evitemos la muerte en suaves cuotas,
recordando siempre que estar vivo
exige un esfuerzo mucho mayor
que el simple hecho de respirar.
Solamente la ardiente paciencia hará que conquistemos
una espléndida felicidad.
Πάμπλο Νερούδα - Ἀργοπεθαίνει
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος γίνεται σκλάβος τῆς συνήθειας,
ἐπαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τὶς ἴδιες διαδρομές,
ὅποιος δὲν ἀλλάζει περπατησιά,
ὅποιος δὲν διακινδυνεύει ν᾿ ἀλλάξει χρῶμα στὰ ροῦχα του,
ὅποιος δὲν μιλᾶ σὲ ὅποιον δὲν γνωρίζει.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος ἀποφεύγει ἕνα πάθος,
ὅποιος προτιμᾶ τὸ μαῦρο γιὰ τὸ ἄσπρο
καὶ τὰ διαλυτικὰ σημεῖα στὸ «Ι»
ἀντὶ ἑνὸς συνόλου συγκινήσεων ποὺ λαμποκοποῦν τὰ μάτια,
ποὺ μετατρέπουν ἕνα χασμουργητὸ σὲ ἕνα χαμόγελο,
ποὺ κάνουν τὴν καρδιὰ νὰ κτυπᾶ στὸ λάθος
καὶ στὰ συναισθήματα.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος δὲν ἀναποδογυρίζει τὸ τραπέζι,
ὅποιος δὲν εἶναι εὐτυχισμένος στὴ δουλειά του,
ὅποιος δὲν διακινδυνεύει τὴ βεβαιότητα γι᾿ ἀβεβαιότητα
γιὰ νὰ κυνηγήσει ἕνα ὄνειρο,
ὅποιος γιὰ μιὰ φορὰ τουλάχιστον στὴ ζωή του
ν᾿ ἀποφύγει τὶς ἐχέφρονες συμβουλές.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος δὲν ταξιδεύει,
ὅποιος δὲν διαβάζει,
ὅποιος δὲν ἀκούει μουσική,
ὅποιος δὲν βρίσκει χάρι στὸν ἑαυτό του.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος καταστρέφει τὸν ἔρωτά του,
ὅποιος δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν βοηθήσουν,
ὅποιος δαπανᾶ μέρες παραπονούμενος γιὰ τύχη κακή
ἣ γιὰ τὴν ἀσταμάτητη βροχή.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος παρατᾶ ἕνα σχέδιο πρὶν ν᾿ ἀρχίσει,
ὅποιος δὲν ρωτᾶ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν γνωρίζει,
ὅποιος δὲν ἀπαντᾶ, ὅταν τὸν ρωτοῦν κάτι ποὺ ξέρει.
Ἀποφεύγουμε τὸν θάνατο σὲ μικρὲς δόσεις,
ὅταν θυμόμαστε πάντοτε ὅτι γιὰ νὰ εἶσαι ζωντανὸς
χρειάζεται μία προσπάθεια πολὺ μεγαλύτερη
ἀπὸ τὸ ἁπλὸ γεγονὸς τῆς ἀναπνοῆς.
Μόνο ἡ ἔνθερμη ὑπομονὴ θὰ ὁδηγήσει στὴν ἐπίτευξη
μιᾶς λαμπρῆς εὐτυχίας.
Γιάννης Ρίτσος – Μετά
| Μάρτυρες γιὰ τὰ λάθη σου δὲν εἶχες. Μόνος μάρτυρας ὁ ἴδιος ἐσύ. Τὰ τακτοποίησες, τὰ μονόγραψες, τὰ σφράγισες σὲ λευκοὺς πάντοτε φακέλους σὰ νὰ ἑτοίμαζες τὴ δίκαιη διαθήκη σου. Ὕστερα τὰ τοποθέτησες προσεχτικὰ στὰ ράφια. Τώρα, γαλήνιος, (ἴσως καὶ κάπως φοβισμένος) οὔτε βιάζεσαι οὔτε καθυστερεῖς, γνωρίζοντας ὅτι, μετὰ τὸ θάνατό σου, θ᾿ ἀνακαλύψουμε πόσον ὡραῖος ἤσουν, πόσο πολὺ πιὸ ὡραῖος πέρα ἀπ᾿ τὶς ἀρετές σου. Ἀθήνα, 16.1.1988 |
Γιάννης Ρίτσος - Ἡ ἀράχνη
στὸν τόμο: Ποιήματα 1958-1967, τόμ. Θ´, Κάποτε, μιὰ τυχαία κι ἐντελῶς ἀσήμαντη λέξη |
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010
Στὸ γιό του
Στὸν κόσμο γιατί σ᾿ ἔφερα; Ἂν μοῦ μοιάσεις
κυνηγημένος θά ῾σαι ὁλοζωὶς
ἢ νύχτα σκοτωμένος (πέμπτος ὄροφος)
θὰ σαλτάρεις στὸ δρόμο «διαλαθῶν»
ἀπ᾿ τὸ παραθυράκι τ᾿ ἀποπάτου,
ἢ μ᾿ ἀλλουνοὺς «εἰς τὸν συνήθη τόπον»
θὰ σὲ καρφώσουν ἄγνωστον μ᾿ ἀγνώστους
μὲ χέρια ἑλληνικὰ ντουφέκια ξένα,
χωρὶς ὄνομα, πῶς καὶ ποῦ. Οἱ προδότες
θ᾿ ἀπαγορεύουν καὶ τὰ κόλλυβά σας.
Ἂν ὅμως δὲ μοῦ μοιάσεις, ἡ ντροπὴ
καταδικιά μου θά ῾ναι, ὄχι δικιά σου.
Καταδότης, τσολιὰς καὶ μπλοκαδόρος,
ὅσο βουλιάζεις στὰ σκατά, ἄλλο τόσο
θὰ βγαίνεις καθαρὸς καὶ τιμημένος.
Κι ἅμα τὴν κάνει ὁ ὀχτρὸς τὴν Προδοσία
καθεστώς, θά ῾σαι πρῶτος : καὶ Θρησκεία
καὶ Νόμος κι Ἱστορία καὶ Λόγος, Κι ὅταν
οἱ κανονιὲς γιορτάζουν τῶν Ἑλλήνων
τὴν Ἀρετή, σὺ θά ῾σαι ὁ Ὑπερέλλην!
Κώστας Βάρναλης
