Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Καφετέρια "Μινιόν"...του Γιώργου Χρονά


Πέφτει ο ήλιος πάνω στο πρόσωπό σου
και χθες έλεγαν πως θάχει συννεφιά
Βρέχει πίσω από την πλάτη σου
τα νερά τρέχουν πάνω σε πλαστικά
οι τεχνητοί πίδακες μπροστά σου.
Αν σηκωθείς μπορείς να πιάσεις
τα ψάρια που κυνηγιούνται στη λίμνη αυτή
που είναι ανοιγμένη στα πόδια σου.
Ανάβεις τόνα τσιγάρο πάνω απ' τ' άλλο
και βλέπεις πίσω απ' τα γυαλιά
που πήρες ένα κατοστάρικο στην Πατησίων.
Η κολώνια που φοράς διώχνει τα κουνούπια
τα χέρια σου μέσα στα γράσσα.
Πως σ' άφησαν στην είσοδο του μαγαζιού
σ' αυτο το χάλι να μπεις;
δεν σε είδαν; Είσαι αόρατος;
Δεν σε πρόσεξαν; Ποιόν; Εσένα;
Είναι μεσημέρι και πεινάς
δυο δεκάρικα έχεις στην τσέπη.
Το μοσχαράκι ραγού, ετελείωσεν.
Το φρικασσσε απεσύρθη.
Φωνάζουν τα μεγάφωνα. Παρακαλώ, στη σειρά σας.
Πεινάς και σηκώνεσαι να πας στις τουαλέτες
Στέκεσαι μπροστά στις λευκές από τα απορρυπαντικά λεκάνες
και σαν αρχαίος κωπηλάτης στο μέσον του πελάγους
αρχίζεις να κωπηλατείς
περιμένοντας να φτάσεις.
Το σπέρμα σου πετιέται στα πλακάκια
σαν πρωινό στεφάνι
σ' αυτή την καφετέρια του Χάους.

από το "Κατάστημα Νεωτερισμών"
εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Σκληρές Νύχτες...της Άννας BlackRed

Κυκλοφορούσαμε στους δρόμους

που η ζωή άφηνε τα θύματά της ξεσκέπαστα,

να καίγονται

σε μια Κόλαση με αριθμό ταυτότητας,

να πληρώνουν

την θλίψη των ανθρώπων της ημέρας.

Πόρνες που έβγαζαν το ψωμί τους με το στόμα,

που δεν εμπιστευόντουσαν ούτε την σκιά τους,

γνώριζαν ότι πουλούσε παραμύθι και αυτή.

Πρεζάκια που κατασκεύαζαν Κόσμους

και τους ζούσαν σε σπίτια παγκάκια

μιας Πόλης Μηχανής,

Άκληρους

Ξεσπιτωμένους

Άρρωστους

Βρώμικους

Τραβέλια όμορφα

το αρνητικό του Κόσμου,

όχι το περιθώριο,

οι αποδείξεις πως το σύμπαν

συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την ανισορροπία του

και παντού πουστιά

Πρωί - βράδυ.

Η υποκρισία δε γνωρίζει φάρες,

σαλτάρει και σε πετυχαίνει...

Τριγυρίζαμε δίπλα σ’ εκείνους,

εμείς οι επιζώντες αγνοούμενοι ενός Πολέμου,

Παιδιά που μεγάλωσαν μέσα σ’ έναν Πόλεμο,

μάχες που μας έσκαψαν ως το μεδούλι,

στο κεφάλι δεν έμειναν πολλά πράγματα

και οι φιλοσοφίες της εφηβείας δεν βοηθούσαν πολύ,

μα βγάζαμε τη μέρα,

τον εφιάλτη τον ζούσαμε,

δε τον περιμέναμε στον ύπνο μας..

Έφταιγε που ήμασταν απροσδιόριστοι από τη φύση μας,

από αλλού ξεκινούσαμε

και αλλού καταλήγαμε,

οι απρόσεχτοι σ’ έναν Κόσμο προσεχτικά Νανουρισμένο,

οι αμόρφωτοι με σπίτια βρώμικα..

Μεγαλωμένοι χωρίς συναισθήματα,

μόνοι και γρήγορα,

μα μεγαλώσαμε,

οι αξίες μας άλλαζαν ριζικά..

διαφορετική ματιά σ’ έναν ίδιο Κόσμο,

πειράματα στα δωμάτια της σάρκας μας,

ψάχναμε τα όρια του αλαζονικού Κόσμου

που έλεγχε τους πάντες,

Συστηματιές,

Αντιδραστικούς,

Προοδευτικούς,

Λογικούς,

Αισθηματίες,

όλοι πιόνια του ίδιου Κέντρου..

Είχαμε μάθει καλά πως το σύστημα είναι μέσα μας

ριζωμένο,

ο ίδιος Φόβος με πολλά πρόσωπα,

παθητικοί,

όλοι μπροστά του..

ήξερε να σε χρησιμοποιεί όπως τον βόλευε..

ο δικός του Φόβος

μην το ανακαλύψεις..

Τα όρια αχαρτογράφητα,

η μοίρα κάθε καινούργιου να γίνει

σύστημα..

Τώρα μάθαμε για τα καλά πως

όποιος μεγάλωσε σ’ έναν Πόλεμο

ήξερε τις αντοχές των Πάντων

και πως

ο Φόβος

σε παραμορφώνει..

απορείς γιατί και πως άντεξες;

αντέχεις γιατί αλλάζεις..

Δε το ξέρεις ακόμα..

Ούτε εγώ.


Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Ο Νίκος Εγγονόπουλος του Παναγιώτου (21 Οκτωβρίου 1907 - 31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του '30, ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια.
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής

Στίχοι: Νίκος Εγγονόπουλος
Μουσική: Socos
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Πουλικάκος


«… πολύ σιωπηλά είναι όλα, κι η σιωπή είναι
καλή μονάχα σαν κλείνει μέσα της χαρά.
Αλλιώς τη φοβάμαι…» -Λη

τα σπέρματα
των λυκανθρώπων
κουράζουν
τα πηδάλια
του ορίζοντος
ριχτούν
αναμμένες φλογέρες
μέσα
στα ματωμένα φουστάνια
που κρέμονται

στα πυκνά κλαριά
των δέντρων
πνίγουν κοράκια
μεσ' στους καθρέφτες
ζητούν
τη δικαιοσύνη
και τον οίκτο
των
παιδιών

εγώ
-όμως-
βάζω κόκκινα λουλούδια
μεσ' στα μαλλιά της
ορθώνομαι
ολόγυμνος
μέσα σε κήπους
πορφυρούς
χάνομαι
μέσα σε
σκοτεινές σπηλιές
που κρυφτούν
βαθιά
ραφτομηχανές
και ψάρια
κίτρινα
που μιλούν
σα λουλούδια

κι ίσως
εγώ να είμαι πια
αυτός ο λυκάνθρωπος

των αστραπών
αυτός που λεν
-σα βραδιάζει-
ο «άνθρωπος παρένθεσις»
μες στις φυσούνες
της πλεκτάνης
στα
σάβανα
της πορείας
εν ώρα
νυκτός
όταν
πεθαίνει
ένα πουλί
σα θειαφοκέρι

κι έτσι πέφτουν
-σταλαματιά, σταλαματιά-
στους κρόταφους
των απεγνωσμένων
κλειδοκυμβάλων
τα ζευγάρια
των απογοητευμένων
κι ένα
βαρύ σύννεφο
από μακριά
ξανθά μαλλιά
-με μάτια φαιά-
πετάει αθόρυβα
μες σε
στενόμακρα υπόγεια
οπ' ανθούν μόνο
λιμάνια

και
γυπαετοί

κι είναι η σιωπή
φωτιά
μιαν ανεμόσκλα
που τοποθετούν
προσεκτικά
στα χείλια
κι ένα άσπρο
άλογο
που είναι
ένα δέντρο
κοντά στη θάλασσα
κι ένα κόκκινο
άλογο
σαν
σημαία

και τρέχω
πάνω στα νερά
-ακούραστα-
με το λυρικό
ποδήλατο
με την περικεφαλαία
της αγάπης

κι όταν φτάσω
στο τελευταίο
σκαλί
της σκοτεινής
αυτής σκάλας

κι ανοίξω
την πόρτα
του δωματίου
τότες μόνε αντιλαμβάνομαι
πως το δωμάτιο
ήταν
-είναι-
ένας μεγάλος κήπος
γιομάτος μουσική
και
ζωγραφιές

-ένα δωμάτιο
γεμάτο σεντόνια
ριχμένα
μέσα στον κήπο-

σεντόνια
π' άλλα ανεμίζανε
σα σημαίες
κι ωσάν
υελοπίνακες
κι άλλα ήτανε
ριχμένα κάτω
σαν καθρέφτες
κι άλλα
μιλούσαν
λέξεις άναρθρες
σαν καπνοδόχες
κι άλλα στρωμένα
σε κρεβάτια
σαν κομήτες

άλλα έμοιαζαν
κανάτια
άλλα ήτανε
σαν προβοσκίδες
κι άλλα
έντυναν
με δροσιά
και τραγικές κραυγές
γυναίκες ολόγυμνες
κι ωραίες

έτσι
που πρέπει
-ίσως ναν κι ανάγκη απόλυτη-
να παραβάλω
την όλη
κατάσταση
μ' ένα γυαλί
που όταν
βάζεις
το μάτι
βλέπεις
ένα βαθύ
πηγάδι
και στο
βάθος
ένα
πουλί

Εγγονόπουλος Πουλικάκος - Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής

Η Ύδρα Των Πουλιών - Εγγονόπουλος - Πουλικάκος - Socos

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011