Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Ο Κάρολος Μπωντλέρ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1821, όταν ο πατέρας του ήταν εξήντα και η μητέρα του είκοσι έξι ετών. Το 1828, ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε τον στρατηγό Οπίκ, δεσπόζουσα φυσιογνωμία στα νεανικά χρόνια του Μπωντλέρ. Μετά τις σπουδές του στη Λυών και στο Παρίσι, αποφασισμένος πια πως μόνο η ποίηση τον ενδιαφέρει, κι έπειτα από ένα καταναγκαστικό ταξίδι στις Ινδίες (1841-42), ο Μπωντλέρ βρέθηκε πάλι στο Παρίσι, κληρονόμος μιας σεβαστής περιουσίας και έτοιμος να αφοσιωθεί στην ποίηση. Έζησε μια ζωή σύντομη αλλά έντονη, γεμάτη πάθη και καταχρήσεις που τον εξάντλησαν σωματικά, λάτρεψε τη Μαύρη Αφροδίτη των ποιημάτων του, την Ζαν Ντυβάλ, «ανακάλυψε» και μετέφρασε τον Πόε, και υπέστη το διωγμό και την καταδίκη για τα Άνθη του Κακού (1857), που θεωρήθηκαν προσβλητικά της δημοσίας αιδούς, και που μόλις το 1949 αποκαταστάθηκαν και συνέχισαν να εκδίδονται χωρίς «παράνομες» λύσεις και απαγορεύσεις. Το 1864, έχοντας σπαταλήσει την περιουσία του, πήγε στις Βρυξέλλες, όπου έζησε δυο άθλια και στερημένα χρόνια. Το 1866 τον έφεραν στο Παρίσι με καθολική παράλυση. Εκεί πέθανε έπειτα από δεκαπέντε μήνες, τον Αύγουστο του 1867.

Σωκράτης Μάλαμας - Άλμπατρος

Albatross

Πολλὲς φορὲς οἱ ναυτικοί, τὴν ὥρα νὰ περνᾶνε,
πιάνουν τοὺς ἄλμπατρους -πουλιὰ τῆς θάλασσας τρανά-
ποὺ ράθυμα, σὰ σύντροφοι τοῦ ταξιδιοῦ, ἀκλουθᾶνε
τὸ πλοῖο ποὺ μὲς στὰ βάραθρα γλυστράει, τὰ πικρά.

Μὰ μόλις σκλαβωμένα κεῖ στὴ κουπαστὴ τὰ δέσουν,
οἱ βασιλιάδες τ᾿ οὐρανοῦ, σκυφτοὶ κι ἄχαροι πιά,
τ᾿ ἄσπρα μεγάλα τους φτερὰ τ᾿ ἀφήνουνε νὰ πέσουν,
καὶ στὰ πλευρά τους θλιβερὰ νὰ σέρνουνται κουπιά.

Αὐτοὶ ποὺ ῾ν᾿ τόσον ὄμορφοι, τὰ σύννεφα σὰ σκίζουν,
πὼς εἶναι τώρα κωμικοὶ κι ἄσκημοι καὶ δειλοί!
Ἄλλοι μὲ πίπες ἀναφτὲς τὰ ράμφη τους κεντρίζουν,
κι ἄλλοι, γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν, πηδᾶνε σὰ κουτσοί.

Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεφοπρίγκηπες κι ὁ Ποιητὴς πὼς μοιάζει!
δὲ σκιάζεται τὶς σαϊτιές, τὶς θύελλες ἀψηφᾶ·
μὰ ξένος μὲς στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει ἀπ᾿ τὰ γιγάντιά του φτερὰ σὰ περπατᾶ.


Mπωντλαίρ

Μέθα

Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι,
θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή...
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!...


Σάρλ Μποντλαίρ