Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Η νύχτα στο νησί - Πάμπλο Νερούδ


Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

Ίσως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
υπήρχες όταν δεν ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό -
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα, ενώ
η σκοτεινή γη γυρίζει
με ζωντανούς και νεκρούς,
και σαν ξύπνησα ξάφνου
καταμεσής στη σκιά
το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και ξύπνησα με το στόμα σου
βγαλμένο από τον ύπνο
να μου δίνει τη γεύση από τη γη,
από τη θάλασσα, από τα φύκια,
από το βάθος της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να έφθανε
από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου





Παγωνιά

φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας

ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη

παρασέρνει τ' αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά

λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους

φυσάει

φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ' τις γέφυρες

φυσάει μες απ' τ' αχαμνά σκέλια των κατάδικων που σουλα-

          τσάρουν στα προαύλια των φυλακών

φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε 

          έξω απ' τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων

φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά

φυσάει κάτω απ' τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες

τα ψηλά καπέλα των υπουργών

μονύελα

γάντια

ακριβές γούνες

οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα

πίσω απ' τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν

στριμώχνεται ο λαός

Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες

φάτσες μελανιασμένες απ' το κρύο μελανιασμένες απ' τις

          καπνιές

χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια

μάτια κάτω απ' τα  τσαλακωμένα κασκέτα

κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου

αλληλούια

φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται 

ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ' ασβέστη

δεν υπάρχει διέξοδος

οι Σλάβοι μας απειλούν

ο πόλεμος

ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός

ο πόλεμος

αλληλούια

φυσάει μες απ' τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε 

           τις πόρτες των πολιτειών

φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές

           των δρόμων

φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών


Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί της
εκείνο πονάει και μπήγει τις φωνές
….
Οι νεκροί
                  προχωράνε
                                           αμίλητοι
αναποδογυρίζουν τα καμιόνια αναποδογυρίζουν τα τάνκς
πατάνε πάνω στις ξιφολόγχες και τις σάλπιγγες

Επιτεθήτε
Οι χωριάτες αρπάζουν τα δικράνια τους και προχωράνε
ο άνεμος βουίζει μες στα στάχια βελάζουν τα μοσκάρια στις
           αυλές
ξύλα κι αξίνες ανεμίζουν στον αέρα
οι  δρόμοι αυτά τα πελώρια λαρύγγια του κόσμου
σφυροκοπάνε από κραυγές
ερχόμαστε
παραμερίστε
κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει με-
           γαλώνει


Μια απέραντη θέρμη απο χιλιάδες χνώτα
τα κεριά λυώνουν μονομιάς στο βάθος των εκκλησιών
τραντάζεται ο θόλος τ' ουρανού απ' τα μεγάλα καρδιοχτύπια
ερχόμαστε από πολύ μακριά
πηγαίνουμε πολύ μακριά
βαδίσαμε μες στη λάσπη και το αίμα
βαδίσαμε πάνω στα κόκκαλα των παιδιών μας
βαδίσαμε χιλιάδες χρόνια για νάρθουμε
φάτσες σημαδεμένες απ' τα οξέα και τις μπαλνταδιές του μέλ-
           λοντος
χέρια που παίζουνε σαν παιχνιδάκια τις βαρειές και την τύχη
           του κόσμου
ειρήνη


Σφυρίζουν τα τραίνα
μια μεγάλη βουή απ' όλα τα σημεία του ορίζοντα
χιλιάδες χέρια αδράχνουν και χτυπάνε τις καμπάνες
οι κουλοχέρηδες αρπάζουν με τα δόντια τους και τραβάνε τα
           σκοινιά
οι γυναίκες αρπάζουν τα μωρά τους και τα σηκώνουν ψηλά
           σαν λάβαρα
ο άνεμος φυσάει τα μαλλιά τους
ο άνεμος φυσάει και ξεδιπλώνει σαν σημαίες τα μαλλιά τους
θέλουμε να σπείρουμε
θέλουμε να υφάνουμε
θέλουμε να γεννήσουμε
ειρήνη
ειρήνη


Ο άνεμος σκίζει τα σύννεφα
και πάνω σ' αυτά τα κουρελιασμένα πλήθη
πέφτει ξαφνικά ένας καταράχτης φως
είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί
εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε
είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα
κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο
ειρήνη
ειρήνη
είμαστε οι προλετάριοι


Σαν μια αστράπη το αύριο αυλακώνει τις πρωτεύουσες
οι πολιτείες φαρδαίνουνε σπρωγμένες απ' τους αγκώνες του
           πλήθους
οι περαστικές σκιές πέφτουν τραχειές πάνω στα μέγαρα σαν
           αξίνες
αυτός ο θόρυβος είναι ο σφυγμός ενός πελώριου πυρετού
- θάλεγες πως το ίδιο το μέλλον βαδίζει σήμερα


Οι τυφλοί πίσω απ' το σκοτάδι τους με τρεμέμενα ρουθούνια
μυρίζονται αυτόν τον ήλιο που πάει ν' ανατείλει
είμαστε εμείς που γκρεμιζόμαστε απ' τις σκαλωσιές
εμείς που μας θάβουν οι στοές των ορυχείων
εμείς που πέφτουμε ουρλιάζοντας μες τα λυωμένα μέταλλα
ειρήνη
ειρήνη
ο άνεμος που σας παρασέρνει απόψε
έρχεται απ' τα χνώτα μας και τα φυσερά μας


Χιλιάδες άνθρωποι προχωράνε
βλοσυροί
χοντροκομμένοι
βρώμικοι
μην πιστεύοντας στο Θεό
κουβαλώντας σαν ένα καινούργιο πελώριο Θεό
τη δύναμη τους
είμαστε εμείς που κλαίμε σ' όλες τις γωνιές του κόσμου
εμείς που βλαστημάμε όλα τα ιερά του κόσμου
είμαστε εμείς που τραγουδάμε σ' όλες τις γλώσσες του
           κόσμου
ειρήνη
ειρήνη


Προχωράνε απ' όλα τα σημεία της γης
με τις χοντρές πατούσες τους γκρεμίζοντας τα σύνορα
με τα σκληρά ροζασμένα χέρια τους σχεδιάζοντας πάνω στο
           κόκκινον ορίζοντα
τις φαρδειές χειρονομίες ενός καινούργιου πεπρωμένου


Και πίσω έρχεται ο άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος βουίζοντας
ειρήνη
ειρήνη




ε  ι  ρ  ή  ν  η


Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ




Πέρασαν τόσα χρόνια
κι όμως θυμάμαι ακόμη
τη μέρα εκείνη πάνω στη γέφυρα΄
φυσούσε ένας αγέρας απαλός
και συ έγερνες επάνω μου
και τραγουδούσες
αστέρι και φεγγάρι μου΄
ύστερα ο αγέρας δυνάμωσε
και ξαφνικά αρχίσαμε να πετούμε,
πετούσαμε χαμηλά
πάνω από τις στέγες,
πάνω από τα δέντρα,
πετούσαμε,πετούσαμε -
έτσι ήταν οι μέρες εκείνες
γεμάτες μικρά αλλεπάλληλα θαύματα.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ-ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ και άλλα ποιήματα

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Δικαιολογίες



Βρίσκεις καταφύγιο πίσω από τις πληγές
Πίσω από μπουκάλια
Πίσω από βλέμματα αδειανά
Πίσω από φόβους
Πίσω από ελπίδες
Πίσω από όνειρα
Από ενοχές
Από δικαιολογίες
Από αντιφάσεις
Πίσω από την οργή
Την τρικυμία
Το μίσος
Πίσω από την αγάπη
Την αγάπη
Την αγάπη
Την αγάπη..
Βρίσκεις καταφύγιο πίσω από την αγάπη

Και πυροβολείς…